GreekEnglish

Η Ιστορία της Αστυπάλαιας

Μυθολογία

Κατά τους ιστορικού, αρχαιολόγους και μελετητές, τα νησιά του Αιγαίου αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της θέση τους ως ενδιάμεσοι σταθμοί για τη διακίνηση διαφόρων αγαθών και κατ΄επέκταση «πολιτισμού».

Σε ένα σημαντικό θαλάσσιο σταυροδρόμι από την ελληνική χερσόνησο, Μικρά Ασία, Μέση Ανατολή, Αίγυπτο βρίσκεται η Αστυπάλαια.

 

Στο πέρασμα του χρόνου πολλά ονόματα συνόδευσαν το νησί όπως τα έδωσαν αυτοί που πάτησαν τη γη της:

  • Αστυπάλαια (‘Αστυ + παλαιά δηλαδή παλιά πόλη, το όνομα δόθηκε από τους Δωριείς κατά τη γεωμετρική εποχή)
  • Αστροπαλιά (‘Αστρο + παλαιό)
  • Πύρρα (εξαιτίας του κοκκινωπού χρώματος του εδάφους, το όνομα δόθηκε από τους Φοίνικες)
  • Πυλαία, Σταμπάλια, Τράπεζα των Θεών, Ιχθυόεσσα (για τα άφθονα ψάρια στα νερά της)

Η μυθολογία, σε διαφορετικές εκδοχές, θέλει την Αστυπάλαια κόρη του Αγήνορα και της Τηλέφασσας ή Αγριόπης και αδερφή της Ευρώπης ή κόρη του Φοίνικα (γιού του Αγήνορα) και της Περιμήδης.

Από την ένωση της Αστυπάλαιας με τον Ποσειδώνα γεννιέται ο Ευρύπυλος και ο Αγκαίος βασιλιάς τωβν Λελέγων ο οποίος πήρε μέρος στην αργοναυτική εκστρατεία.

Πρώτοι κάτοικοι του νησιού σύμφωνα με παραδόσεις, φέρονται οι Κάρες μέχρι την απώθηση τους από τους Μινωίτες και αργότερα από τους Μυκηναίους στα παράλια της Μ. Ασίας στη περιοχή που πήρε το όνομα τους Καρία.

Αργότερα οι Λέλεγες κατοίκησαν το νησί όπως και αρκετά μέρη της λόγω της ανεπαρκούς συστηματικής αρχαιολογικήςοψιανός ανασκαφής, εντούτοις κάποια ευρήματα τεκμηριώνουν την ύπαρξη πρώιμων εγκαταστάσεων όπως το βιολόσχημο ειδώλιο που εκτίθεται στο μουσείο της Αστυπάλαιας, μερικές λεπίδες οψιανού και η αριστερόστροφη σπείρα πάνω στην επιφάνεια βράχου στο Βαθύ.

Η γεωγραφική της θέση και η πληθώρα φυσικών λιμανιών συνέβαλαν ώστε να υπάρξει εμπορικός σταθμός στις μετακινήσεις των Αιγαιοπελαγιτών. Εξάλλου ήταν διαδεδομένη και η μεταφορά του οψιανού από την Μήλο προς τα παράλια της Μ. Ασίας.

Κατά τον Μινωικό πολιτισμό και την επικράτηση της χρυσής εποχής η Αστυπάλαια θεωρούνταν σημαντική κτήση. Όταν καταστρέφονται οι Μινωίτες από την έκρηξη ηφαιστείου της Θήρας, έρχονται να τους διαδεχθούν οι Μυκηναίοι όπου όμως αρκετά στοιχεία του πολιτισμού τους πατούν στους Μινωίτες.

Την παρουσία των Μυκηναίων στην Αστυπάλαια τεκμηριώνουν τα ευρήματα θολωτών τάφων στο Αρμενοχώρι και Σύγκαιρο όπως και εντυπωσιακά κτερίσματα που εκτίθενται σήμερα στο μουσείο της.

Με την «κάθοδο» των Δωριαίων δημιουργείται μια νέα προοπτική στο Ελλαδικό χώρο. Οι Δωριείς καταλαμβάνουν την Αργολίδα καταστρέφοντας του Μυκιναίους. Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια να καταλάβουν και την Αθήνα στρέφονται σε εξορμήσεις προς την Μ. Ασία και σε αυτή την φάση αποικούν και στην Αστυπάλαια. Κατά τον Στράβωνα, Αστυπαλιώτες δωρικής καταγωγής αποίκησαν το Ροίτιον στην Προποντίδα.

Εποχή 5ος Αιώνας π.Χ - 1204 μ.Χ

Η Αστυπάλαια έχει πλούσια ιστορία λίγες όμως οι πηγές από όπου μπορεί κανείς να την αντλήσει με την βεβαιότητα ότι δεν κάνει λάθος ειδικότερα όταν αναφέρεται στους αρχαίους χρόνους, επειδή όμως το σύγγραμμα τούτο δεν είναι καθαρά ιστορικό απλώς θα παραθέσουμε όσα ήταν σε μας δυνατόν να συλλεχθούν και αυτά μετά μεγίστης δυσκολίας.

Κλασσική εποχή 5oς – 4oς ΑΙΩΝΑΣ π.Χ

Από πληροφορίες που διαθέτουν οι μελετητές της κλασσικής εποχής και τεκμηριώνονται από τις επιγραφές που βρέθηκαν, η Αστυπάλαια ήταν μέλος της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας και πλήρωνε το συμμαχικό φόρο, ο οποίος είχε καθοριστεί από τον Αριστείδη το Δίκαιο.

Βασισμένοι στις επιγραφές, διακρίνουμε την ύπαρξη ιερών της Αθηνάς, της Αρτέμιδος με το επίθετο Λοχία, της Ειλειθυίας, του Ασκληπειού, της ‘Ισιδος και του Δία καθώς επίσης την ύπαρξη κτισμάτων όπως: Πρυτανείο, βουλή, Αγορανομείο και θέατρο.

Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι στην θέση Κυλίντρα βρέθηκε εκεταμένο νεκροταφείο βρεφών και νηπίων. Μέχρι στιγμής χαρακτηρίζεται μοναδικό στον κόσμο αρχαιολογικό εύρημα και χρήζει ειδικής μέριμνας. Αποκαλύφθηκαν ως τώρα 2265 εγχυτρισμοί δηλαδή ταφές μέσα σε αγγεία και  αμφορείς. Εικάζεται ότι ίσως πρόκειται για κάποιο σημαντικό ιερό όπου αφιέρωναν το μωρό που είχε χαθεί με την ευχή και την ελπίδα να επιζήσει το επόμενο.

Στην Αστυπάλαια κατά την αρχαϊκή εποχή γεννήθηκαν προσωπικότητες όπως ο Φάλαρις τύραννος του Ακράγαντα της Σικελίας, ο ολυμπιονίκης Κλεομήδης, πυγμάχος που του αφαιρέθηκε η νίκη επειδή θανάτωσε τον αντίπαλό του και γυρνώντας στην Αστυπάλαια από παράνοια γκρέμισε μια κολώνα στέγης καταπλακώνοντας 60 μαθητές. Καταδιωκόμενος από τους Αστυπαλαιείς κλείστηκε σε ένα κιβώτιο στο ναό της Αθηνάς.   Όταν τον άνοιξαν και δεν τον βρήκαν μέσα ζήτησαν χρησμό από το μαντείο των Δελφών όπου τους συμβούλευε να το τιμούν ως αθάνατο. Επίσης από την Αστυπάλαια καταγόταν ο Ονησίκριτος φιλόσοφος μαθητής του Διογένη.

Επιστροφή στην αρχή

Ελληνιστική εποχή (323 – 146 π.Χ)

Η Ελληνιστική περίοδος της Αστυπάλαιας θεωρείται ίσως η λαμπρότερη της ιστορίας της. Εντάσσεται στο κράτος των Λαγίδων – Πτολεμαίων και τα λιμάνια της χρησιμοποιούνται από εμπόρους που διασχίζουν την Ανατολική Μεσόγειο.

Ανάπτυξη και ευημερία κυριαρχεί και υποστηρίζεται ότι αυτή την περίοδο ιδρύεται στο νησί νομισματοκοπείο. Τα νομίσματα που βρέθηκαν παραπέμπουν στην λατρεία του Περσέα, Διονύσου, Ασκληπιού και Αθηνάς.

Αυτή η ευημερία μένει αλώβητη ως το 105 Π.Χ όταν η Αστυπάλαια συνάπτει συμμαχία με τη Ρώμη και παίρνει το δικαίωμα της ελεύθερης ομόσπονδης πόλης.

Ρωμαική εποχή (146 π.Χ – 300 μ.Χ)

Για την Ρωμαιοκρατία στην Αστυπάλαια υπάρχουν ελάχιστα τεκμήρια από επιγραφικό υλικό κυρίως από ψηφίσματα της βουλής και του δήμου Αστυπάλαιας αφιερωμένα στου Ρωμαίους αυτοκράτορες.

Το σημαντικότερο γεγονός είναι η υπογραφή συνθήκης μεταξύ Αστυπάλαια και Ρώμης όπου ένα αντίγραφο της ήταν κατατεθειμένο στο Ιερό του Διός στο κρυπτόλιο της Ρώμης και ένα δεύτερο στο ιερό Αθηνάς στην Αστυπάλαια.

Η ακμή αυτών των χρόνων διαγράφεται χάρις τα ασφαλή λιμάνια του νησιού όπου οι Ρωμαίοι τα χρησιμοποιούσαν για την καταπολέμηση των πειρατών.

Προχριστιανική και Βυζαντινή εποχή (300 – 1204 μ.Χ)

Για τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες στα νησιά δεν υπάρχουν ασφαλείς πληροφορίες. Είναι πιθανό ο χριστιανισμός να επιβλήθηκε οριστικά μετά την νίκη του επί του Δωδεκάθεου μεταξύ 350 και 450 μ.χ έκτοτε η μη αποδοχή του χριστιανισμού θεωρούνταν ποινικό αδίκημα ενώ καταστράφηκαν αρχαίοι ναοί που μετατράπηκαν σε χριστιανικούς.

Τα ερείπια χριστιανικών βασιλικών, βλέπουμε διάσπαρτα στη γη της Αστυπάλαιας όπως:

Άγιοι Ανάργυροι, Αγ. Παντελεήμονας, Άγιος Βασίλειος στο Λιβάδι, Άγια των Αγίων, Άγια Βαρβάρα στην Μαλτεζάνα, Βασιλική του «Καρέκλη», Αγιος Γεώργιος στο Καστελλάνο, Αγιος Ιωάννης στο Αγριλίδι καθώς επίσης και άλλα κτίσματα όπως ο λουτρώνας του Ταλαρά στην Μαλτεζάνα, όπου ορισμένοι χώροι καλύπτονται με ψηφιδωτά (χαρακτηριστικός ο ζωδιακός κύκλος, οι τέσσερεις εποχές και ο χρόνος προσωποπιοιμένος).

Ο λουτρώνας στο Λιβάδι καθώς και οι παλαιοχριστιανικοί οικισμοί στην Μεσαριά και στο Αρμενοχώρι μαρτυρούν ένα τελείως διαφορετικό κόσμο από τον αρχαίο.

Σε αυτή την εποχή αναφέρεται και η κτίση του κάστρου του Αγίου Ιωάννη δυτικά που νησιού. Είναι η εποχή όπου τα νησιά του Αιγαίου υποφέρουν από πειρατικές επιδρομές.

Εποχή Ενετών και Φράγκων (1204 – 1530)

Με μια ευρεία συμμαχία σταυροφόρων Φράγκων, Βουργουνδών, Φλαμανδών, Γερμανών, Καταλανών και κυρίως Βενετών καταλαμβάνεται η Κωνσταντινούπολη στις 13 Απριλίου 1204 και ουσιαστικά ξεκινά η βενετοκρατία στον Ελληνικό χώρο. Με στόχο την οικονομική και ναυτική κυριαρχία στη Μεσόγειο και το Αιγαίο, η Βενετία αντιλαμβάνεται πόσο σημαντικοί οικονομικοί πόροι είναι τα νησιά και τα λιμάνια τους.

Ο Μάρκο Σανούδο το 1207 καταλαμβάνει τα νησιά των Κυκλάδων και την Αστυπάλαια. Εγκατέστησε το αρχηγείο του στη Νάξο (το Δουκάτο της Νάξου). Χωρίζει το Δουκάτο σε φέουδα και τα μοιράζει στους συμπολεμιστές του που βοήθησαν σε αυτή την εκστρατεία. Οι νησιώτες γίνονται δουλοπάροικοι εφ’ όσων χάνουν τις περιουσίες τους, γίνονται καλλιεργητές κάτω από τις διαταγές του φεουδάρχη και οι ορθόδοξοι υπόκεινται σε περιορισμούς.

Την Αστυπάλαια αναλαμβάνει ο Τζιοβάνι Κουιρίνη (Giovanni I Quirini) όπου οχυρώνει την αρχαία ακρόπολη του νησιού. Το 1269 το βυζάντιο ανακαταλαμβάνει τα νησιά ανάμεσα στου και την Αστυπάλαια. Το 1310 όμως η Αστυπάλαια ξαναπέφτει στα χέρια των βενετών από τον Giovanni III Quirini. Ακολουθούν τουρκομάνοι πειρατές που μετά την κατάληψη τους δημιουργούν αφόρητες συνθήκες διαβίωσης για του κατοίκους, αναγκάζοντάς τους να μεταναστεύσουν και να αφήσουν έρημο το νησί. Το 1413 ο διορισμένος από την Βενετία διοικητής Τήνου και Μυκόνου Giovanni IV Zanachi Quirini χτίζει το κάστρο της Αστυπάλαιας όπως το γνωρίζουμε σήμερα, μεταφέρει εποίκους από Τήνο και Μύκονο αξιοποιώντας έτσι το φέουδο των προγόνων του. Μετονόμασε το νησί σε Αστυνέα και τοποθέτησε μαρμάρινη εντοιχισμένη πλάκα με επιγραφή και το οικόσημο του όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Το 1536 η υπογραφή συνθήκης συμμαχίας μεταξύ του Φραγκίσκου Α΄ βασιλιά της Γαλλίας και του Σουλειμάν Α΄του μεγαλοπρεπή μια οθωμανικής αυτοκρατορίας με στόχο την εκδίωξη των Βενετών πυροδοτεί τον Βενετοτουρκικό πόλεμο με καταστρεπτικά αποτελέσματα για τα νησιά.

Επιστροφή στην αρχή

Εποχή Οθωμανών (1530 – 1912)

Από το τέλος του 15ου και αρχές του 16ου αιώνα τα πρωτεία της Βενετίας στη Μεσόγειο περιορίζονται εξ’αιτίας της αύξησης της οθωμανικής και ισπανικής επιρροής.

Η οθωμανική αυτοκρατορία, θέλοντας να προστατέψει το εμπόριο της, εξαπλώνει την ναυτική κυριαρχία της στο Αιγαίο. Το 1537 ο Καπουδάν πασάς Χαιρεντίν Μπαρμπαρόσα ένωσε τον οθωμανικό με τον πειρατικό στόλο και κατέλαβε τα νησιά υπό βενετική κυριαρχίας μεταξύ και την Αστυπάλαια.

Η ενσωμάτωση της Αστυπάλαιας στους Οθωμανούς σφραγίζεται με την συνθήκη ειρήνης το 1540 Βενετών και Οθωμανών και την καταβολή 3000 δουκάτων για πολεμικές επανορθώσεις.

Ο σουλτάνος Σουλειμάν Α’ παραχωρεί προνόμια στο νησί το οποίο αυτοδιοικείται από το συμβούλιο των Γερόντων, ενώ οι κάτοικοι ανακτούν και καλλιεργούν τη γη χωρίς πολλές παρεμβάσεις στην θρησκευτική τους ζωή. Την ηρεμία όμως του νησιού διαταράσσει η ύπαρξη πειρατών που κατά ένα μεγάλο μέρος γίνεται αφορμή για την μετανάστευση των κατοίκων ενώ μερικοί μαθαίνουν να συμβιώνουν με αυτούς.

Το 1750 ο σουλτάνος Οσμάν Γ’ ανανεώνει τα προνόμια της Αστυπάλαιας ενώ παράλληλα με την συνθήκη του Κιουτσούκ Καιναρτζή και την λήξη του ρωσοτουρκικού πολέμου, επιτρέπει και την ρώσικη ναυσιπλοΐα στα νησιά και επομένως και στην Αστυπάλαια όπου βελτιώνεται η οικονομία της.

Το 1821 παίρνει μέρος στον επαναστατικό αγών όπως και τα υπόλοιπα νησιά όμως δεν έχει αίσιο τέλος γιατί με την συνδιάσκεψη του Λονδίνου το 1841 αποφασίζεται να επιστρέψει στην οθωμανική αυτοκρατορία. Ωστόσο διατηρεί την αυτοδιοίκηση της πληρώνοντας ένα ελαφρύ φόρο. Όταν όμως το 1870 οι οθωμανοί αποφασίζουν την κατάργηση της αυτοδιοίκησης και την επιβολλή βαριών φόρων το νησί αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα. Το 1881 εντάσσεται στην επαρχία Καλύμνου όμως οι οικονομία του νησιού καταρρέει, οι κάτοικοι μεταναστεύουν και η παρακμή κυριαρχεί ως το τέλος της τουρκοκρατίας που οριοθετείται με την εισβολή των Ιταλών στις 23 Απριλίου το 1912.

Επιστροφή στην αρχή

Ιταλοκρατία (1912 – 1945)

Η κατάληψη της Αστυπάλαιας από τους Ιταλούς στις 23 Απριλίου το 1912 προξένησε χαρά και αγαλλίαση στους κατοίκους αλλά και προσμονή και των άλλων νησιών του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος γιατί τη θεώρησαν λύτρωση από την οθωμανική κατοχή και ανακούφιση από το ερχομό ενός χριστιανικού κράτους. Πραγματοποιώντας τους στόχους τους, οι Ιταλοί καταλαμβάνουν την Ρόδο και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα εκτός από το Καστελόριζο.

Μετά την υπογραφή της ειρήνης μεταξύ Ιταλών και Οθωμανών τον Οκτώβρη του 1912, συμφωνήθηκε η επιστροφή των Δωδεκανήσων στου Οθωμανούς εάν και εφόσον απέσυραν οι δεύτεροι τα στρατεύματα τους από τη Λιβύη. Κάτι που δεν έγινε ποτέ γιατί εντωμεταξύ ξεσπά ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή, ο Μουσολίνι οριστικοποιεί την Ιταλική κατοχή στα Δωδεκάνησα με τη Συνθήκη της Λοζάνης στις 24 Ιουνίου 1923.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1922 ο πληθυσμός της Αστυπάλαιας ανέρχεται στους 1365 κατοίκους ενώ το μεταναστευτικό κύμα αγγίζει και πάλι το νησί.

Η επικοινωνία με τα άλλα νησιά και τον Πειραιά γινόταν με ιστιοφόρα ενώ στο νησί λειτουργούσε δημοτικό σχολείο με 4 τάξεις, φαρμακείο καθώς επίσης είχε 3 παπάδες και έναν επίτροπο τον Μητροπολίτης Λέρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 1916 γίνεται σύσταση ποινικού δικαστηρίου στο νησί που διαρκεί ως το 1925 όπου οι αρμοδιότητες δικαστηρίου μεταφέρονται στη Λέρο. Στο νησί όμως εξακολουθεί να λειτουργεί Ειρηνοδικείο.

Το 1932 η οικονομική κατάσταση των κατοίκων του νησιού χαρακτηρίζεται «τραγική» από την εφημερίδα «Ροδιακή» της εποχής και που οφείλεται στην παγκόσμια οικονομική κρίση και το κραχ των αμερικάνικων τραπεζών αλλά και στην καταστροφή της γεωργικής παραγωγής.

Οι Ιταλοί κατακτητές χαρακτηρίζονται σκληροί, απαίσιοι και διπρόσωπο από τους κατοίκους μιας και στόχευαν την ορθόδοξη πίστη, την Ελληνική γλώσσα και παιδεία. Από το 1936 ως το 1940 σημαντική είναι η αντίσταση που προέβαλαν οι δάσκαλοι. Κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο οι Ιταλοί ηττώνται συνθηκολογούν και το 1943 αποσύρονται ενώ τα Δωδεκάνησα καταλαμβάνουν οι Γερμανοί.

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές πέφτουν στα Καμινάκια και στη Μαλτεζάνα και κρατούν το νησί ως την 8 Μαίου 1945. Κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής οι κάτοικοι υποφέρουν από την βάναυση συμπεριφορά των κατακτητών που τους στερούν τρόφιμα και ένδυση. Αξιοσημείωτο είναι ότι μετά την κατάληψη της Αστυπάλαιας από τους Γερμανούς, τη σύλληψη και μεταφορά των Ιταλών αιχμαλώτων, μια μικρή ομάδα 150 περίπου Ιταλών στρατιωτών βρήκε καταφύγιο και προστασία σε σπίτια Αστυπαλιτών.

Επιστροφή στην αρχή

Η Αστυπάλαια ελεύθερη

Η περίοδος από τις 9 Μαΐου 1945 ως και τις 31 Μαρτίου 1947 καταγράφεται στα Δωδεκάνησα ως «περίοδος της Αγγλοκρατίας».
Στις 27 Ιουνίου 1946 γίνεται η διάσκεψη των υπουργών εξωτερικών των νικητών του Β’ παγκοσμίου πολέμου στο Παρίσι. Αποφασίζεται η ένωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα και επικυρώνοντας με την συνθήκη ειρήνης Ελλάδας – Ιταλίας.

Στις 31 Μαρτίου 1945 εγκαταστάθηκε ο πρώτος Έλληνας στρατιωτικός διοικητής αντιναύαρχος Περικλής Ιωαννίδης και υποστέλλεται η Βρετανική σημαία από το διοικητήριο της Ρόδου. Η επίσημη ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα γίνεται στις 7 Μαρτίου 1948.

Η Αστυπάλαια βρισκόταν σε τραγική οικονομική κατάσταση όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα μετά τον πόλεμο, την κατοχή και του φασιστικούς άξονες με απώλειες ανθρώπων και υλικές καταστροφές.

Πρώτος εκλεγείς δήμαρχος της Αστυπάλαιας μετά την απελευθέρωση είναι ο  Αντώνιος Κωστόπουλος (1945 – 1947) ο οποίος βρέθηκε αντιμέτωπος με τεράστια προβλήματα. Στόχος του ήταν η οργάνωση του Δήμου. Επί δημαρχίας του χτίστηκε το σημερινό κτήριο του δημαρχείου. Στο σημείο που επέλεξε να κτιστεί υπήρχαν μερικές εκκλησίες οι οποίες έπρεπε να κατεδαφιστούν, με συνέπεια να έρθει αντιμέτωπος με αντιδράσεις πολλών κατοίκων κυρίως γυναικών.
Εντωμεταξύ στα πλαίσια του σχεδίου Μάρσαλ εγκαινιάζεται το εργοστάσιο της ΔΕΗ, δήμαρχος στο νησί ήταν ο Δημήτριος Κονταράτος ( 1947 – 1959). Σε αυτή την περίοδο τον Ιούλιο 1956 συγκεκριμένα συμβαίνει και ο μεγάλος καταστροφικός σεισμός στον υποθαλάσσιο χώρο μεταξύ Αστυπάλαιας και Αμοργού όπου προκαλείται σεισμικό κύμα (τσουνάμι) και σαρώνει αρκετή έκταση, καταρρέουν σπίτια στο Κάστρο και συντρίβονται αλιευτικά σκάφοι από την εκτόξευση τους στα βράχια ενώ καταστράφηκαν και πολλές γεωργικές καλλιέργειες.

Κατά την πρώτη θητεία του δημάρχου Πέτρου Οικονόμου (1959 – 1967) συμπίπτει η οικονομική ύφεση, η ανεργία και η μαζική μετανάστευση προ Αθήνα, Πειραιά, Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία και Καναδά. Ο πληθυσμός της Αστυπάλαιας μειώνεται και η φτώχεια και έλλειψη προοπτικής δημιουργούν την ανέχεια και την δυσπραγία. Με την επιβολή της δικτατορίας, η Χούντα καθαιρεί τον Οικονόμου και την θέση παίρνει ο Γεώργιος Κυριάκος οποίος θήτευσε για ένα περίπου χρόνο και κατά γενική ομολογία ήταν άμεπτος.

Εως την πτώση της Χούντας αναλαμβάνουν την δημαρχία οι:

  • Ηλίας Φ. Αγγελίδης,
  • Ειρήνη Αθανασιάδου,
  • Δημήτρης Σταυλάς
  • Μιχαήλ Διακάκης

Με την μεταπολίτευση ξεκινά τη δεύτερη θητεία του ως δήμαρχος ο Πέτρο Οικονόμου ( 175 – 1786) όπου η Αστυπάλαια βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή με ανύπαρκτες υποδομές και μηδαμινές ευκαιρίες διαβίωσης στο νησί, πρόβλημα στην ακτοπλοϊκή σύνδεση και υγειονομική περίθαλψη.

Κατά την θητεία του δημάρχου Γιώργου Δελμαδώρου (1987 – 1998) υλοποιήθηκαν αρκετά έργα τα οποία δρομολογήθηκαν από τα προηγούμενα έτη όπως η κατασκευή του φράγματος, η απόκτηση Γυμνασίου, Λυκείου, παιδικού Σταθμού, Ιατρείο, Αρχαιολογικό μουσείο, βελτίωση οδικού δικτύου και θαλάσσιων συγκοινωνιών και γενικά παρατηρείται μια ανάπτυξη που σταματά την φυγή των κατοίκων.

Η ανάληψη της δημαρχίας από τον Πανορμίτη Κονταράτο (1998 -  ) αποτελεί για το νησί μια εποχή σαρωτικών αλλαγών δίνοντας μια διαφορετική διάσταση στην ποιότητα ζωής των κατοίκων και γενικότερα της ανάπτυξης με καθαρή θάλασσα, βιολογικό καθαρισμό, σύγχρονο αποχετευτικό δίκτυο, δίκτυο ύδρευσης, σωστός τρόπος αποκομιδής απορριμμάτων, έργα ουσιαστικά που εξασφαλίζουν την αξιοπρεπή διαβίωση των κατοίκων αλλά και των επισκεπτών του νησιού.

Επιστροφή στην αρχή

AddThis Social Bookmark Button